Ιατρική Ευθύνη, Εργατικές Διαφορές, Αστυνομικό Δίκαιο, Θέματα Ομογενών. Λειτουργεί on-line εξυπηρέτηση!
  •  
  •   +30 2310 540 210
  •  
  • Home
  • /ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
  • /ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ – Επιστημονική μελέτη της δικηγόρου Ελισάβετ Χαντζοπλάκη

ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ – Επιστημονική μελέτη της δικηγόρου Ελισάβετ Χαντζοπλάκη

TA ΕΙΔΗ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΥΠΟ ΤΟ ΙΣΧΥΟΝ ΔΙΚΑΙΟ- ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΜΕΣΟΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΙ ΘΕΣΜΟΙ

To αρ.1 παρ.3 του Συντάγματος εξειδικεύοντας την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας (αρ.1παρ.2 Σ) ορίζει οτι πηγή όλων των εξουσιών είναι ο λαός. Από νομικής, όμως, άποψης, έχει σημασία η διάκριση του λαού latosensu(λαός με την ευρεία έννοια) ως ενός εκ των στοιχείων του κράτους και λαού strictosensu (λαός με τη στενή έννοια) ως οργάνου του κράτους. Το λαό με  την ευρεία έννοια συναποτελούν οι έχοντες την ιθαγένεια του κράτους  δηλαδή τα άτομα που συνδέονται με το συγκεκριμένο κρατός με νομικό δεσμό Δημοσίου Δικαίου, που συνεπάγεται συγκεκριμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις. Ο λαός με τη στενή έννοια είναι το ενεργό τμήμα του λαού με την ευρεία έννοια, οι έχοντες το εκλογικό δικαίωμα, οι οποίοι συναποτελούν το ανώτατο άμεσο συλλογικό όργανο του κράτους.

Η συμμετοχή στο συνταγματικά κατοχυρωμένο θεσμό του δημοψηφίσματος συνιστά αρμοδιότητα διακριτή από τις λοιπές αρμοδιότητες του εκλογικού σώματος, που είναι η εκλογή αντιπροσώπων για το εθνικό Κοινοβούλιο, το ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η εκλογή για την ανάδειξη των αρχών της τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού (δήμοι και περιφερειακές αυτοδιοικήσεις αντίστοιχα). Ο λόγος της διάκρισης είναι ότι η ανάδειξη αντιπροσώπων συνιστά έμμεση συμμετοχή στη λειτουργία του πολιτεύματος, ενώ δια του δημοψηφίσματος η συμμετοχή είναι άμεση.

Υπό το ισχύον Σύνταγμα, το δημοψήφισμα είναι και ο μόνος προβλεπόμενος αμεσοδημοκρατικός θεσμός. Διεθνώς, θεσμός άμεσης δημοκρατίας λειτουργόν παραπληρωματικά προς τα αντιπροσωπευτικά συστήματα που επικρατούν, είναι και ο θεσμός της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας. Ο συγκεκριμένος θεσμός προβλέπεται από τη Συνθήκη της Λισαβόνας  ως «Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών», η οποία επιτρέπει σε ένα εκατομμύριο πολίτες από τουλάχιστον το ένα τέταρτο των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης να ζητήσουν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να υποβάλει προτάσεις για νομοθετικές πράξεις σε τομείς στους οποίους έχει τη σχετική αρμοδιότητα (π.χ. περιβάλλον, γεωργία, μεταφορές και δημόσια υγεία).

Υπό την εθνική συνταγματική πρόβλεψη, στο αρ.44 του Συντάγματος κατοχυρώνονται περιοριστικά δύο είδη δημοψηφίσματος με διαφοροποιήσεις ως προς τις διαδικαστικές προϋποθέσεις. Οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις εισήχθησαν με την αναθεώρηση του 1986, ενώ υπό το προϊσχύσαν Σύνταγμα του 1975 η πρωτοβουλία διεξαγωγής δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα άνηκε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, χωρίς να απαιτείται καν υπουργική προσυπογραφή του σχετικού Προεδικού Διατάγματος (προεδρικό δημοψήφισμα).

Υπό το ισχύον Σύνταγμα, το πρώτο είδος δημοψηφίσματος που προβλέπεται είναι το δημοψήφισμα για «κρίσιμο εθνικό θέμα». Τι συνιστά κρίσιμο εθνικό θέμα ορίζεται από την Κυβέρνηση ως υπεύθυνη για τη γενική πολιτική της χώρας, η οποία και έχει τη δημοψηφισματική πρωτοβουλία. Υπέρ της πρότασης του Υπουργικού Συμβουλίου για διεξαγωγή δημοψηφίσματος πρέπει να ψηφίσει, κατόπιν συζήτησης, η απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών (151/300). Η κυβερνητική πρόταση προσδιορίζει το εθνικό θέμα, την προθεσμία για τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος και το ερώτημα στο οποίο θα κληθεί να απαντήσει το εκλογικό σώμα, ενώ η ψηφοφορία που έπεται της συζήτησης είναι ονομαστική. Αν συγκεντρωθεί η απαιτούμενη πλειοψηφία, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει το δημοψήφισμα με προεδρικό διάταγμα, το οποίο προσυπογράφεται από το Υπουργικό Συμβούλιο και η απόφαση της Βουλής για τη διεξαγωγή του δημοψιφίσματος με εντολή του ΠτΔ δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης εντός 10 ημερών.

Νομοθετικά και δη στο άρθρο 16 παρ.3 Ν.4023/2011 προβλέπεται ότι το αποτέλεσμα δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα είναι δεσμευτικό, όταν στην ψηφοφορία λάβει μέρος τουλάχιστον το 40% των εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους. Έχει διατυπωθεί και η άποψη ότι το εν λόγω δημοψήφισμα είναι συμβουλευτικό, όμως, ορθότερος είναι ο χαρακτηρισμός του ως αποφασιστικό, διότι ως συμβουλευτικό θα παρήγαγε απλώς και μόνο πολιτική δέσμευση για την Κυβέρνηση, παραγνωριζόμενης της φύσης του εκλογικού σώματος ως ανωτάτου κρατικού οργάνου.

Δέυτερο είδος δημοψηφίσματος, επίσης θεματικού χαρακτήρα (referendum) συνιστά το νομοθετικό δημοψήφισμα και, συγκεκριμένα, το δημοψήφισμα για ψηφισμένο νομοσχέδιο που ρυθμίζει σοβαρό κοινωνικό ζήτημα πλην των δημοσιονομικών. Κατα τη μάλλον κρατούσα άποψη, το δημοψήφισμα αυτό μπορεί να αφορά και πρόταση νόμου (έτσι και Ευ.Βενιζέλος). Η δημοψηφισματική πρωτοβουλία ανήκει εδώ στη Βουλή και συγκεκριμένα απαιτείται πρόταση των δύο πέμπτων (2/5) των βουλευτών και αποδοχή αυτής από τα τρία πέμπτα (3/5) αυτών. Η απόφαση της Βουλής, που λαμβάνεται και εδώ κατόπιν ονομαστικής ψηφοφορίας, πρέπει να προσδιορίζει με σαφήνεια το ερώτημα στο οποίο θα κληθεί να απαντήσει το εκλογικό σώμα και την προθεσμία διαξαγωγής του δημοψηφίσματος. Ο ΠτΔ κατά δέσμια πάλι αρμοδιότητα εκδίδει το σχετικό προεδρικό διάταγμα το οποίο, όμως, κατά παρέκκλιση από το θεσμό της υπουργικής προσυπογραφής, προσυπογράφεται από τον Πρόεδρο της Βουλής και η απόφαση της Βουλής για τη διεξαγωγή του δημοψιφίσματος με εντολή του ΠτΔ δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης εντός 10 ημερών. Νομοθετικά και δη στο άρθρο 16 παρ.4 Ν.4023/2011, προβλέπεται ότι το αποτέλεσμα δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα είναι δεσμευτικό, όταν στην ψηφοφορία λάβει μέρος τουλάχιστον το 50% των εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους.

Το εν λόγω δημοψήφισμα έχει χαρακτήρα κυρωτικό σε περίπτωση θετικού αποτελέσματος και χαρακτήρα veto/αναβλητικής αρνησικυρίας σε περίπτωση καταψήφισης του ψηφισμένου νομοσχεδίου/πρότασης νόμου. Στην περίπτωση που το δημοψήφισμα λειτουργήσει κυρωτικά παρέλκει η άσκηση του δικαιώματος αναπομπής εκ μέρους του ΠτΔ, εφόσον το θετικό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος υπερκαλύπτει την επιψήφιση από τη Βουλή. Σε περίπτωση που το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος αποβεί αρνητικό η διαδικασία ψήφισης, έκδοσης και δημοσίευσης νόμου ίδιου περιεχομένου με το δημοψηφισματικά απορριφθέν δεν κωλύεται στο διηνεκές, καθώς η Βουλή σε επόμενη σύνοδο μπορεί να επανέλθει ψηφίζοντας νόμο για το ίδιο ζήτημα. Πάντως, κατά τη διάρκεια μια βουλευτικής περιόδου μπορούν να εισαχθούν έως δύο (2) προτάσεις νομοθετικού δημοψηφίσματος.

Τέλος, στο άρθρο 216 Ν.3463/2006 (ΚΔΚ) προβλέπεται η δυνατότητα διαξαγωγής τοπικού δημοψηφίσματος. Σύμφωνα με τις σχετικές προβλέψεις του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, το τοπικό δημοψήφισμα διεξάγεται μετά από απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου, που λαμβάνεται με την πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) του συνόλου των μελών του με την οποία διαπιστώνεται η αναγκαιότητα διεξαγωγής αυτού και προσδιορίζεται το ερώτημα που πρόκειται να τεθεί σε ψηφοφορία, η ημερομηνία διεξαγωγής του και το ύψος της δαπάνης που θα προκληθεί. Αντικείμενο τοπικού δημοψιφίσματος είναι αποκλειστικά σοβαρό θέμα τοπικής σημασίας, πλην των θεμάτων που αφορούν το δημοτικό προυπολογισμό και τα δημοτικά τέλη. Σε κάθε περίπτωση αντικείμενα τοπικών δημοψηφισμάτων δεν μπορούν να αποτελούν τα θέματα εθνικής πολιτικής, καθώς και εκείνα που συνιστούν περιφερειακές και νομαρχιακές αρμοδιότητες. Έγκυρο δε, θεωρείται το αποτέλεσμα του δημοψηφίσμα− τος, εφόσον συμμετείχε το πενήντα τοις εκατό (50%) των εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους. Το αποτέλεσμα του τοπικού δημοψηφίσματο είναι δεσμευτικό κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη.

Την πράξη, η ιστορική εμπειρία δεν έχει δικαιώσει το θεσμό. Η χώρα μας δεν έχει δημοψηφισματική παράδοση. Εκτός του δημοψηφίσματος του 2015, τα δημοψηφίσματα που προηγήθηκαν (προ του έτους 1975 όλα) αφορούσαν είτε πρόσωπα (προσωπικά δημοψηφίσματα, plescibitum) είτε πολιτειακές μεταβολές (βασιλευόμενη/αβασίλευτη μορφή πολιτεύματος), ενώ από αυταρχικά καθεστώτα ο θεσμός χρησιμοποιήθηκε διαστρεβλωμένος και η λαϊκη βούληση νοθεύτηκε προκειμένου να αποσπάσει το καθεστώς λαϊκη νομιμοποίηση, καθιστώντας ένα θεσμό εκ φύσεως δημοκρατικό εκ του αποτελέσματος ψευδεπίγραφα δημοκρατικό (δημοψηφίσματα δικτατορίας).

Στις σύγχρονες έμμεσες, αντιπροσωπευτικές κατ’ ανάγκη δημοκρατίες και δη σε περιόδους κρίσης αντιπροσώπευσης και κρίσης εν γένει του πολιτικού συστήματος, ένας αμεσοδημοκρατικός θεσμός, όπως το δημοψήφισμα μπορεί να λειτουργήσει διορθωτικά και όχι μόνο συμπληρωματικά ως προς τον αντιπροσωπευτισμό. Η διεύρυνση της άμεσης πολιτικής συμμετοχής του εκλογικού σώματος στη λειτουργία του πολιτεύματος ενισχύει την ουσιαστική νομιμοποίηση και διευρύνει τη συναίνεση του λαού ως προς αποφάσεις στη λήψη των οποίων ο ίδιος μετείχε. Άλλωστε, οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί δεν είναι «επαρκείς» αφ εαυτών και η ουσιαστική νομιμοποίηση παρέχεται από τη λαϊκη βάση (bottomup) όχι μόνο με την έμμεση αλλά και με άμεση συμμετοχή στο πολιτικό γίγνεσθαι. Το δημοψήφισμα δύναται να λειτουργήσει έτσι και ως μέσο επαναπολιτικοποίησης του πολίτ. Η απαξίωση του ρόλου του πολίτη και η αντιμετώπισή του ως απλού ψηφοφόρου  ανακλά μινιμαλιστικές εκδοχές για τη δημοκρατία (η λεγόμενη Δημοκρατία μιας στιγμής) μεταθέτοντας όλο το βάρος στην εκτελεστική εξουσία και τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς.

H ενίσχυση της δημοκρατίας και η αναβάθμιση της ποιότητάς της εξαρτάται από την αξιοποίηση όχι μόνο αμεσοδημοκρατικών θεσμών, αλλά και συνόλου θεσμών και διαδικασιών που εμπεριέχονται στη συμμετοχική δημοκρατία. Η αξιοποίηση του δημοψηφίσματος συμπληρωματικά προς το αντιπροσωπευτικό σύστημα, η ισχυροποίηση της Κοινωνίας των Πολιτών και των διαβουλεύσεων με αυτή, η ενίσχυση της διαφάνειας, της πληροφόρησης του πολίτη, η αξιοποίηση της τεχνολογίας και της ηλεκτρονικής δημοκρατίας (e-democracy) σηματοδοτούν την προσπάθεια για τη μετάβαση στην, κατά τον χρησιμοποιούμενο από τον Ευ.Βενιζέλο όρο, «μετα-αντιπροσωπευτική δημοκρατία», μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία plus.

ΧΑΝΤΖΟΠΛΑΚΗ ΕΛΙΣΑΒΕΤ